Χτες βράδυ τέλειωσα κάπως αργά μια δουλειά που έπρεπε να γίνει. Μετά, άρνηση να κοιμηθώ και να πω αντίο σε άλλη μια μέρα. Περιπλάνηση στο Spotify. 'Ενα κύμα μνήμης με πήγε ως τα ναπολιτάνικα ακρογιάλια. Roberto Murolo. Στα τελευταία του η φωνή του ακόμα πιο όμορφη. Από εκεί Pippo (Giuseppe) Di Stefano. Δυσκολεύομαι να ακούσω ναπολιτάνικα τραγούδια από άλλους σχετικά πρόσφατους πλην αυτών των δύο. Έπειτα, το μάλλον αυτονόητο πέρασμα στην Κάλλας. Για μια γεύση μόνο. Κανα-δύο άριες να κλείσει ωραία η μέρα. Caro Nome και τρελλο-Λουτσία του '50.
Σήμερα το πρωί ξανασκεφτόμουν τι είναι αυτό στην φωνή της που με τραβάει. Σίγουρα όχι η ομορφιά. Κάπως, ναι, η τεχνική των πρώτων χρόνων αλλά κυρίως κάτι άλλο: Η αίσθηση μιας φωνής σάρκινης. Με αίμα. Που δίνει μάχη μεγάλη να ανέβει ψηλά και να μετουσιωθεί, με κίνδυνο να γίνει χίλια κομμάτια. Που μπορεί να μην μας αρέσει ή και να μας ενοχλεί, αλλά σίγουρα δεν περνάει απαρατήρητη.
Γιατί εμπεριέχει το πρωταρχικό κλάμα ενός μωρού.
Αυτό το βαθύ, σπλαχνικό παράπονο που κάποιες φορές θέλουμε να βγάλουμε μα δεν ξέρουμε πια πως.