Λίγες οι στιγμές που απαντά η ψυχή, μα ευλογημένες.
Έψαχνα θέση στο τραίνο για να κάτσω. Βρήκα μια μόνη της. Διπλή τύχη: Απέναντι καθόταν βυθισμένος στην εφημερίδα του ωραίος άγνωστος. Πρόσωπο, χέρια, όμορφα ντυμένος, γαλήνιος. Φώναξαν τα μέσα μου σαν από πείνα. Αν υπήρχε ανταπόδοση στο βλέμμα τα πράγματα ίσως βάδιζαν κάποια από τις δοκιμασμένες οδούς. Όμως παρέμεινα μόνος παρατηρητής. Ντράπηκα λίγο. Η αγκαλιά μου δεν είχε ακόμα κρυώσει από το προηγούμενο βράδυ αλλά η πείνα ήταν εκεί και δεν μπορούσα να την αρνηθώ. Η ανάγκη να τον έχω επίμονη και βαθειά. Πώς; Η απορία μου έπεσε σα νόμισμα σε βαθύ πηγάδι κι η απάντηση επέστρεψε αντίλαλος.
Ήθελα να του δώσω, να κάνω κάτι γι 'αυτόν.
Άπληστη η ψυχή από τη φύση της. Δικαίως τα θέλει όλα γιατί μπορεί να τα χωρέσει όλα. Σαν το άδειο στομάχι δε σε αφήνει σε ησυχία. Πεινάει, σπαράζει, απαιτεί διαρκώς. Κι ο μόνος τρόπος για να έχει, να γεμίζει και να ημερεύει είναι να δίνεις. Μοιάζει βασικός πνευματικός νόμος αυτός. Τρόπος για να υπάρχουμε. Δεν δίνουμε για να είμαστε καλοί άνθρωποι - μπράβο μας και τελειώσαμε. Δίνουμε για να έχουμε. Να χορτάσουμε το τέρας της ψυχής που μας σκίζει τα σωθικά και ηρεμία δεν βρίσκει.